Η διαφωνία του κ. Ντόλιου, σε ό,τι αφορά τον χρόνο που χρειάζεται για να υπάρξει ένα αμετάκλητο βούλευμα για παραπομπή σε κακούργημα και τον χρόνο που χρειάζεται κατά μέσον όρο μέχρι να βγει η πρωτόδικη απόφαση, ήταν ότι «για όλους τους δημάρχους, όλους τους αιρετούς οι οποίοι θα παραπεμφθούν για κακούργημα, από την ημέρα που θα ξεκινήσει η διαδικασία μέχρι να βγει η πρωτόδικη απόφαση, θα έχει ολοκληρωθεί όχι μία, αλλά ίσως και δύο θητείες τους». Στο πνεύμα αυτό ο κ. Ντόλιος ζήτησε για τα κακουργήματα οι αιρετοί να τίθενται σε αργία όταν η παραπομπή έχει γίνει με αμετάκλητο βούλευμα και έχουν εξαντληθεί οι προσφυγές.
Έτσι, ο
κ. Γρηγοράκος μετά από την σχετική ενδοκυβερνητική συνεννόηση έφερε
νομοτεχνική βελτίωση σύμφωνα με την οποία το επίμαχο άρθρο διατυπώνεται
ως εξής: «Εάν εκδοθεί τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση του Ποινικού
Δικαστηρίου, για τα πλημμελήματα της προηγούμενης παραγράφου ή
καταδικαστική απόφαση σε πρώτο βαθμό για κακουργήματα, ο Ελεγκτής
Νομιμότητας οφείλει να θέσει τον καταδικασθέντα σε κατάσταση αργίας.
Η
αυτοδίκαιη θέση σε αργία επιβάλλεται με την ίδια διαδικασία και σε
περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής για κακούργημα, εάν έχουν επιβληθεί
περιοριστικοί όροι ή προσωρινή κράτηση. Εάν εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική
απόφαση, οπότε και αίρεται αυτοδικαίως, η αργία και το διοικητικό μέτρο
θεωρείται ως ουδέποτε επιβληθέν. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται
αναδρομικά η αντιμισθία του αποκατασταθέντος από του χρόνου εκδόσεως της
διαπιστωτικής σε βάρους του πράξης»...
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου