Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Τι γίνεται όταν το «κοινό» νόμισμα παύει να είναι «κοινό»;

Είναι πια ορατή η διαφορά στη δημόσια συζήτηση για το ζήτημα του νομίσματος. Από ταμπού που ήταν μέχρι και πρόσφατα, ιδίως στα συστημικά ΜΜΕ, έγινε θέμα σχεδόν καθημερινής συζήτησης, κι αυτό από μόνο του είναι πολύ θετικό.
Ένας λαός ενημερωμένος για ό,τι επηρεάζει τη ζωή του, είναι κάτι πολύ σημαντικό, αρκεί να προσέχει και να εστιάζει στο τι πραγματικά υποστηρίζει το επιχείρημα της κάθε πλευράς.

Αν δηλαδή, εκτός από αφορισμούς και φοβίες, ή άκριτες αισιοδοξίες, το κάθε επιχείρημα έχει μια «θετική» θέση και όχι «αρνητική», όπως π.χ., στη περίπτωση που κάποιος υποστηρίζει το ευρώ έναντι του εθνικού νομίσματος ή τούμπαλιν, προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του, επιχειρηματολογεί «θετικά», δηλαδή, προβάλλει το τι μπορεί και τι δεν μπορεί κανείς να αναμένει από το ευρώ (ή το εθνικό νόμισμα), και όχι να «διασώζει» τις αρνητικές του συνέπειες απλά προσπαθώντας να αποδείξει πως τα ίδια αρνητικά στοιχεία (και, αναλόγως, μικρότερα ή μεγαλύτερα) υπάρχουν και στην αντίθετη εκδοχή, πολύ δε περισσότερο, όταν εμφανώς επικαλείται «σεισμούς και καταποντισμούς» αν επικρατήσει η άλλη άποψη, διότι αυτό το τελευταίο επιχείρημα εκτός και από εγγενώς ανόητο και ηλίθιο όταν ήδη με το υπάρχον νόμισμα, τόσο οι «σεισμοί» όσο και οι «καταποντισμοί» είναι παρόντες, φανερώνει δε και πανικό.

Στο παρόν άρθρο, δεν πρόκειται να εστιάσουμε στην τεχνοκρατική και οικονομική πλευρά της όλης επιχειρηματολογίας που ένθεν κακείθεν προβάλλεται προς υποστήριξη της κάθε αντιπάλου άποψης.
Αντίθετα θα μείνω σε ένα κατά τη γνώμη μου πολύ πιο σημαντικό θέμα, που και σε παλιότερα άρθρα μου έχω επισημάνει, όμως, ίσως είναι η ώρα να πω και δυο λόγια παραπάνω.
Οι υποστηρικτές του «κοινού» νομίσματος, ξεχνάνε (και συχνά το ξεχνάνε και οι υποστηρικτές του εθνικού νομίσματος), να μας πούνε και να μας εξηγήσουν επιστημονικά αλλά κατανοητά, τόσο ώστε και ένας μαθητής τουλάχιστον τρίτης δημοτικού να το αντιλαμβάνεται, τι σημαίνει «κοινό» νόμισμα, και αν όντως το ευρώ είναι το «κοινό» νόμισμα της Ευρωζώνης. Και αν είναι «κοινό», γιατί τα οφέλη και οι ζημίες του δεν είναι «κοινά» για όλα τα κράτη-μέλη, και γιατί οι δυσμενείς επιπτώσεις του, δεν είναι κι αυτές «κοινές» για όλους.

Με λίγα λόγια, να δούμε αν μιλάμε για κάτι το υπαρκτό, αν υπάρχει δηλαδή ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ «κοινό» νόμισμα, ή μιλάμε για κάτι το ανύπαρκτο, πριν μπούμε στη δημιουργία του ισοζυγίου των θετικών και αρνητικών συνεπειών είτε από την παραμονή είτε από τη αποχώρηση από το ευρώ.
Πρώτα απ’ όλα, για να είναι «κοινό» ένα νόμισμα, πρέπει να παραπέμπει σε μια ενιαία κρατική και πολιτική οντότητα, όπως συμβαίνει με όλα τα «κανονικά» νομίσματα του κόσμου, ΕΚΤΟΣ Ευρωζώνης. Και τούτο διότι, το νόμισμα δεν είναι απλώς ένα συναλλακτικό μέσο, που το κόψαμε και το πετάξαμε στην αγορά, και είπαμε στον κόσμο : «ιδού, έχετε ένα κοινό νόμισμα, πάρτε το και πορευτείτε», αλλά, είναι πρωτίστως, ένα μέσο για άσκηση νομισματικής πολιτικής, σε σημείο που να επηρεάζει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλα τα υπόλοιπα είδη οικονομικών ΚΑΙ κοινωνικών πολιτικών, πράγμα που γίνεται μέσω της Κεντρικής Τράπεζας, εν προκειμένω δε, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Αλλά, αν το ευρώ, είναι ένα νόμισμα μιας ομάδας εθνικών αγορών που καταργώντας τα σύνορά τους αποφάσισαν να αποτελέσουν μια ενιαία αγορά, ασφαλώς, δεν παύει να είναι νόμισμα, έστω του κανενός Κράτους, και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να είναι η Κεντρική Τράπεζα του Κανενός Κράτους.
Όμως, αν είναι το νόμισμα του Κανενός Κράτους, και άρα, της Καμίας ενιαία συγκροτημένης Κοινωνίας, τότε τίνος είναι αυτό το νόμισμα;
Όμως, στην παγκόσμια ιστορία, αφότου υπάρχουν συγκροτημένα Κράτη όπως και σήμερα περίπου τα εννοούμε, με εξαίρεση τις περιόδους των ουσιαστικά «ιδιωτικών νομισμάτων» που μπορεί να ίσχυαν εδώ κι εκεί, π.χ., εντός του κάθε φέουδου σε κάποιες εποχές, νόμισμα χωρίς ενιαίο Κράτος από πίσω, δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει. Η κρατική υπόσταση, η πολιτική συγκρότηση και λειτουργία εντός της ενιαίας κρατικής οντότητας και η «εθνική» (με την έννοια της εντός συγκροτημένου Κράτους λειτουργούσα) οικονομία, ως προς την λειτουργία ΚΑΙ την «ισχύ» τους αλληλοεπιδρούν και αλληλοεπηρεάζονται, ώστε να υποστηρίζουν ένα κοινό «εθνικό» συμφέρον.

Ακόμα και στις λίγες περιπτώσεις πειραματισμού υιοθέτησης «κοινού» νομίσματος στο παρελθόν, όπως π.χ., η Λατινική Ένωση, πάντα ήταν μια πρωτοβουλία ενός ή δύο ισχυρών Κρατών στην οποία προσχωρούσαν και άλλα πιο αδύναμα οικονομικώς Κράτη, και μακροημέρευσαν τόσο όσο τα «κυρίαρχα» εθνικά συμφέροντα των πλέον ισχυρών Κρατών συνέπλεαν κάπως. Αλλά και αυτό τελευταίο παράδειγμα, δεν είναι συγκρίσιμο με την περίπτωση της Ευρωζώνης, διότι η Ευρωζώνη είναι μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δεν παύει έστω και θεωρητικά να έχει ως στρατηγικό της στόχο την πολιτική ένωση εντός μιας ενιαίας κρατικής ευρωπαϊκής οντότητας, πράγμα που δεν ίσχυε στο παραπάνω παράδειγμα.
Αν όμως το ευρώ, είναι νόμισμα του κανενός Κράτους, έπεται ότι και η ασκούμενη νομισματική πολιτική μέσω της ΕΚΤ, είναι η νομισματική πολιτική του Κανενός Κράτους.
Διότι αν το ευρώ και η ΕΚΤ, είναι το νόμισμα και η Κεντρική Τράπεζα που ασκεί την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική το νόμισμα και η ΕΚΤ του Κανενός ΕΝΙΑΙΟΥ Ευρωπαϊκού Κράτους, τότε, τι είναι;
Διότι ασφαλώς, δεν είναι φαντάσματα.
Υπάρχει και το ευρώ, και η ΕΚΤ.

Η απάντηση είναι απλή : ασφαλώς και δεν είναι φαντάσματα, αλλά, υπηρετούν φαντάσματα. Και δεν θα μείνω στα όντως φαντάσματα των απρόσωπων «δυνάμεων» των αγορών και τις οικονομίας που όλοι τις αναφέρουν αλλά κανείς δεν τις κατονομάζει, διότι αν τις κατονόμαζε θα διαπίστωνε έντρομος εν ονόματι ποίων ιδιωτικών ΚΑΙ εθνικών συμφερόντων παίζεται το παιχνίδι του «κοινού» νομίσματος, θα μείνω όμως, σε μια πραγματικότητα, την οποία ακόμα και οι πιο ένθερμοι οπαδοί του ευρώ και της Ευρωζώνης αποδέχονται, δηλαδή την πραγματικότητα της «Γερμανικής Ηγεμονίας», και για να το πούμε πιο απλά, της γερμανοκρατούμενης οικονομικά (άρα και πολιτικά) Ευρωζώνης και Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά.

Οι πάντες σχεδόν αποδέχονται πως το ευρώ δεν είναι παρά ο «φερετζές» του πρώην ΕΘΝΙΚΟΥ γερμανικού μάρκου, πράγμα που σημαίνει, πως επί της ουσίας, το ευρώ ΕΙΝΑΙ το ΕΘΝΙΚΟ νόμισμα της Γερμανίας. Η Γερμανία, για να το πούμε αλλιώς, είναι μόνη χώρα που εξακολουθεί να έχει ΚΑΙ εθνικό νόμισμα, ΚΑΙ εθνική νομισματική πολιτική, μέσω του ευρώ και της Ευρωζώνης, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες, που ωφελούνται ή δεν ωφελούνται από τη συμμετοχή τους στην Ευρωζώνη, μέσω των «απόνερων» της λειτουργίας του ευρώ και της ασκούμενης «ανεξάρτητης» νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Αυτά τα εισαγωγικά στο «ανεξάρτητη» ΕΚΤ, πρέπει να πολλαπλασιαστούν, όχι τόσο διότι η ΕΚΤ διακινεί χρήμα που στη συντριπτική του πλειοψηφία στηρίζεται αν δεν «χρηματοδοτείται» από την ΕΘΝΙΚΗ γερμανική οικονομία, ή δεν θα επιθυμούσε (ας δεχτούμε κι αυτό το ενδεχόμενο) να ασκήσει μια πράγματι «ανεξάρτητη» νομισματική πολιτική, αλλά και διότι, ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ δεν έχει πολλούς βαθμούς ελευθερίας ώστε να ασκεί μια «κοινή» ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική, αφού αυτό που λέμε «κοινή» αγορά και «κοινή» οικονομία (εντός της Ευρωζώνης), είναι ένα σύνολο ΕΘΝΙΚΩΝ αγορών και οικονομιών με τα μαύρα τους τα χάλια, τουλάχιστον για τις μεγάλες εθνικές οικονομίες της Γαλλίας και της Ιταλίας, όπως και για άλλες παραδοσιακές ισχυρές οικονομίες όπως η βελγική και η ολλανδική, (λίγες βόρειες εθνικές οικονομίες που μπορούν να περιληφθούν στο club των «ενάρετων οικονομιών» είναι μικρού ειδικού βάρους στα συνολικά ευρωπαϊκά μεγέθη), ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΣΗ τη Γερμανία, που είναι και η μόνη οικονομία που δικαιολογεί ακόμα την ύπαρξη του ευρώ και της ΕΚΤ. Τρανή απόδειξη, πως ακόμα κι αν φύγουν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης από το ευρώ, θα αρκεί η Γερμανία για να δικαιολογεί την ύπαρξή του, διατηρώντας τον τίτλο του «ευρώ» εν είδει «αυτοκρατορικού λαφύρου», αν κρίνει ότι θα χρειάζεται αυτόν τον συμβολισμό. Η «κοινή» νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης, ΚΑΙ ΑΡΑ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, εξ ορισμού, δεν μπορεί παρά να σχεδιάζεται και ασκείται με γνώμονα το «κοινό συμφέρον» των αγορών και των οικονομιών της Ευρωζώνης, όμως αυτό το «κοινό συμφέρον», ταυτίζεται ΣΤΗ ΠΡΑΞΗ με το γερμανικό συμφέρον, και η όλη συζήτηση ΑΝ τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά είναι ένα εντελώς θεωρητικό γύμνασμα, ενώ η άλλη συζήτηση, ΝΑ ασκηθούν πιέσεις ή και «να εξηγηθεί» στη Γερμανία ότι είναι «προς το συμφέρον» της, είτε να δεηθεί να παραιτηθεί από μέρος, κλάσμα έστω, της μονοφαγίας της, είτε να αποδεχτεί και απόψεις διαφορετικές από τις δικές της, απλά, δείχνουν πόσο εκτός πραγματικότητας είναι όσοι προβάλλουν τέτοια επιχειρήματα, πόσο λίγο έχουν διδαχτεί από την ιστορία, παλαιότερη και συγκαιρινή. Ό,τι η «κοινή» νομισματική πολιτική ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΗ να κάνει, είναι ακριβώς να υποστηρίξει ό,τι υποστηρίζει την υγεία και την ισχύ της «κοινής» αγοράς και οικονομίας εντός της Ευρωζώνης, μια «υγεία» όμως και μια «ισχύς» που φέρουν βαρύ το στοιχείο της γερμανικής υπεροχής, σε βαθμό ώστε, στο επίπεδο αυτό της μακροοικονομίας ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, να ισχύει το : καλό για την Ευρωζώνη είναι ό,τι είναι καλό για τη Γερμανία. Αλλά, αυτός που με την παρουσία του δίνει περιεχόμενο στην «κοινή» «υγεία» και «ισχύ», είναι κι αυτός που θέτει τους όρους του παιχνιδιού.

Η απουσία λοιπόν ενός όντως «κοινού», δηλαδή, «κρατικού» ευρωπαϊκού νομίσματος και η αντικατάστασή του από ένα αμιγώς «αγοραίο» νόμισμα, και η εγκαθίδρυση μιας «κοινής» νομισματικής πολιτικής, η οποία, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, δεν ασχολείται με τέτοια μείζονος σημασίας ζητήματα όπως αυτά της κοινωνικής πολιτικής, ή αναπτυξιακής πολιτικής, διότι αυτά στα πλαίσια ενός ενιαίου Κράτους συνδιαμορφώνονται με γνώμονα το «εθνικό συμφέρον», εδώ, στα πλαίσια της Ευρωζώνης, ΠΛΗΝ Γερμανίας, για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, έχουμε μια «κοινή» (ας παραβλέψουμε το «γερμανική») νομισματική πολιτική μέσω της ΕΚΤ, που επηρεάζει τα εθνικά συμφέροντα των επί μέρους εθνικών οικονομιών, ΧΩΡΙΣ όμως τα τελευταία να είναι σε θέση να προσαρμόσουν την «κοινή» νομισματική στην Ευρωζώνη στα δικά τους προβλήματα και τις δικές τους ιδιαιτερότητες και τις δικές τους κοινωνικές και άλλες επιλογές, με αποτέλεσμα, να καλούνται να τις προσαρμόσουν αν όχι υποτάξουν στις «κοινές» ευρωζωνικές επιλογές και αποφάσεις, δηλαδή, αυτές που υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή οικονομική λοκομοτίβα, τη Γερμανία. Είναι δηλαδή, σαν να υποχρεώνεις σε οικονομικό επίπεδο, να βάζεις να παίζει στη Μπουτεσλίνγκα ο Ατρόμητος της Άνω Ραχούλας, και να ψάχνεις να βρεις τι γίνεται και τρώει σε κάθε αγώνα δεκάρες και είναι στον πάτο της βαθμολογίας. Και το ζήτημα αν ο «Ατρόμητος Άνω Ραχούλας» μπορεί να γίνει «ανταγωνιστικός» προς τα μεγαθήρια που παίζουν στη πρώτη επαγγελματική κατηγορία, είναι άλλης τάξεως ζήτημα, που θα συζητηθεί όταν έρθει η ώρα : επί του παρόντος, το ζήτημα είναι αν έχει σημασία ή όχι η συμμετοχή του στο παραπάνω πρωτάθλημα.

Συνεπώς, η δημόσια συζήτηση για τη παραμονή μας στο ευρώ ή την επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα, πολύ θάθελα να δω να εστιάζει και, στα κατ’ εμέ, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ζητήματα που έχουν να κάνουν, (ακόμα κι αν σήμερα υπήρχε ΣΤΗ ΠΡΑΞΗ όντως μια «κοινότητα», μια σύγκλιση ΕΘΝΙΚΩΝ συμφερόντων προς ένα «κοινό» συμφέρον όλων των εμπλεκόμενων), με την ΠΟΛΙΤΙΚΗ προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωζώνης, και άρα του ευρώ, όχι στη λογική των ευχών και των εκτιμήσεων, και κυρίως υπό την αίρεση αν και πότε η Γερμανία θα αποδεχτεί μια τέτοια προοπτική, ή αν ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, έχει σοβαρούς ΕΘΝΙΚΟΥΣ λόγους να υποθάλπει την απομάκρυνση από έναν τέτοιο στόχο και τη εγκαθίδρυση της σημερινής «χύμα» πολιτικής κατάστασης στην Ένωση, που είναι «χύμα» για όλους ΕΚΤΟΣ από την ίδια τη Γερμανία, που μέσω αυτής επιβάλλει και την ηγεμονία της.

Η συζήτηση για το ευρώ, απογυμνωμένη από προβληματισμούς όπως οι παραπάνω, στους οποίους ασφαλώς προστίθενται κι άλλοι, όσο η συζήτηση γι΄ αυτούς θα προχωρά, όπως, η συνέπειες που προκύπτουν ακόμα και για γεωστρατηγικής φύσεως ζητήματα για τη χώρα, είναι μια συζήτηση άχρωμη, άοσμη, άγευστη και ουσιαστικά μένει στα επιφαινόμενα. Το γεγονός το ίδιο μάλιστα, πως ενώ συζητάμε για «κοινό» νόμισμα, η κάθε χώρα-μέλος της Ευρωζώνης προσδιορίζει τη χρησιμότητά του σε όρους «εθνικού» της συμφέροντος, από μόνο του λέει πολλά, και κυρίως, σε ποιο βαθμό σύγχυσης έχει περιέλθει η όλη κατάσταση των πραγμάτων.

Πάντως, όσοι βλέπουν «προοπτικές» του «κοινού» νομίσματος του ευρώ, και «προοπτικές» που ενσωματώνουν και ενοποιούν επί μέρους εθνικά συμφέροντα ή θέτοντας σε διαδικασία ΟΥΣΑΣΤΙΚΗΣ σύγκλισης αυτών των επί μέρους εθνικών συμφερόντων της Ευρωζώνης, ΕΚΤΟΣ του πλαισίου μιας ΕΝΙΑΙΑΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ευρωπαϊκής οντότητας, και εντός του πλαισίου μιας πολυαρχίας 19 κυβερνήσεων, και υποκρινόμενοι πως αυτές οι κυβερνήσεις ισότιμα μετέχουν των «κοινών» ευρωπαϊκών αποφάσεων, κυρίως της Ευρωζώνης αλλά και όχι μόνο, και υποκρινόμενοι πως δεν υπάρχει και αποχρών λόγος στο τέλος της γραφής κανείς να αποχωρήσει από αυτό το θεσμικό έκτρωμα, «απλά» και μόνο διότι η Ευρωζώνη λειτουργεί με βάση τον κανόνα πως «καλό είναι ό,τι είναι γερμανικό», τότε, ασφαλώς και δεν μπορείς να επιχειρηματολογήσεις περαιτέρω. Πώς μπορώ να πείσω κάποιον πως αυτό που εγώ βλέπω και ορίζω σαν «ποτήρι», δεν είναι «σύννεφο», όπως ο ίδιος επιμένει να ισχυρίζεται; Ασφαλώς κάποιος τρίτος, ή ακόμα και τέταρτος, πέμπτος κ.λπ., ίσως αποφανθεί ποιος από τους δυο μας, χρειάζεται τη βοήθεια κάποιου ειδικού.


Βασίλης Δημ. Χασιώτης

petrosdiver

Προς ενημέρωσή σας, να δηλώσω ότι οι απόψεις των συντακτών του ιστολογίου, δεν συμπίπτουν αναγκαστικά με το περιεχόμενο των άρθρων που αναρτούνται. Η παρούσα ιστοσελίδα ακολουθεί απαρέγγλειτα τον Κώδικα δεοντολογίας των Blogger (ΕΔΩ). Επίσης δεν αναρτούνται υβριστικά άρθρα και σχόλια. Σας ευχαριστώ για την επίσκεψη και ελπίζω να ωφεληθήκατε από αυτό που διαβάσατε.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...